Οι ελιές μεταφέρονται από τους αγρούς στο λιοτρίβι με τα ζώα. Παραλαμβάνονται από το λιοτριβιάρη και σημειώνεται η σειρά προτεραιότητας αλέσματος. Πλένονται καλά με νερό που μεταφέρεται με δοχεία από το παρακείμενο πηγάδι.
Μετά τοποθετούνται σε μεγάλα καλάθια τα οποία αποτελούν το μέσον μέτρησής τους, ‘’το στάμα’’. Στη συνέχεια τα αδειάζουν άλεσμα στον πέτρινο μύλο, ανά ένα ή δύο στάματα. Ο μύλος είναι ιπποκίνητος. Γυρίζει με την δύναμη του αλόγου υπό την καθοδήγηση του λιοτριβιάρη.
Αφού αλεστούν καλά, το άλεσμα μεταφέρεται από τον ίδιο το λιοτριβιάρη, με ειδικό δοχείο, τοποθετείται μέσα στα τσαντίλια, (μεγάλα πλεκτά σακιά που κλείνουν σαν φάκελος) και ράβονται πρόχειρα.
Αυτά ντανιάζονται στην πρέσα (τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο).
Ο εργάτης αρχίζει να κατεβάζει την πρέσα χειροκίνητα, όσο μπορεί.
Μετά, η πρέσα κατεβαίνει με την τοποθέτηση μεγάλου ξύλινου μοχλού που τον σπρώχνουν δύο ή και τρία άτομα.
Το λάδι, ήδη έχει αρχίσει να ρέει μέσα στη λίμπα (πέτρινη δεξαμενή).
Στη συνέχεια για ακόμα καλύτερο στύψιμο χρησιμοποιείται το βίτζι.
Το πρώτο λάδι, είναι ανώτερης ποιότητας το λεγόμενο ‘’αθέρμιστο’’ και συλλέγεται ξεχωριστά.
Αφού, ολοκληρωθεί το στύψιμο, ανεβάζουν την πρέσα, ανοίγουν τα σταντίλια και ρίχνουν ζεστό νερό και επαναλαμβάνουν την ίδια διαδικασία. Τώρα το λάδι περιέχει και το ζεστό νερό το οποία θα διαχωριστεί στη λίμπα.
Το νερό το βράζουν στην εστία που βρίσκεται μέσα στο λιοτρίβι και καίει ξύλα και πυρήνα.
Όταν η διαδικασία αυτή τελειώσει το λάδι αφήνεται για λίγο μέσα στη λίμπα για να χωρίσει καλά από το νερό και να ανέβει όλο στην επιφάνεια. Από την λίμπα διαλέγεται το λάδι και πάλι από τον λιοτριβιάρη με ειδικό ξύλινο δοχείο και τοποθετείται μέσα σε δερμάτινους ασκούς για να μεταφερθεί από τους εργάτες στα σπίτια των νοικοκυραίων.
Όταν η στάθμη του λαδιού έχει κατέβει αρκετά, (μέχρι εκεί που είναι το νερό) για να το διαλέξει καλά, χρησιμοποιεί φούντες από καλάμια, τις οποίες αφού βουτήξει στη λίμπα, τις στύβει καλά για να αφήσουν το λάδι (έχουν την ιδιότητα να μη μαδάνε).
Εδώ, στην αρχή του γεμίσματος των ασκών, ο λιοτριβιάρης παίρνει και το ‘’δικαίωμά του’’ δηλαδή την ποσότητα του λαδιού που είναι για την αμοιβή τη δικιά του και των εργατών του.
Ο πυρήνας που μένει στα τσαντίλια, αδειάζεται και χρησιμοποιείται για καύσιμη ύλη, στην εστία του λιοτριβιού για το ζέσταμα του νερού αλλά και στις ξυλόσομπες των χωρικών, για την θέρμανση των σπιτιών τους.
Η διαδικασία έχει τελειώσει και επαναλαμβάνεται νυχθημερόν, για τρείς περίπου μήνες, όσο διαρκεί η εποχή της ελιάς.